Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μια Κυριακή με ουράνιο τόξο.........

          Σήμερα ήταν Κυριακή.
Ξύπνησα αργά το πρωί και κατά το μεσημέρι. Με δυσκολία και περίσσια χάρη έσυρα το καλοσμιλεμένο και ταλαιπωρημένο κουφάρι μου μέχρι την μπαλκονόπορτα. Την άνοιξα με ζόρι και κοίταξα έξω. Είχε έναν ψεύτη ήλιο, οπότε σκέφτηκα ισχύει η βόλτα. Η γειτονιά έμοιαζε να κινείται σε ρυθμούς Κυριακής οπότε σίγουρα ήταν Κυριακή. Το νευρικό κοπρόσκυλο του απέναντι έβγαζε για άλλη μια φορά τα σωθικά του γαυγίζοντας ενώ η γειτόνισσα κλασικά είχε ξεκινήσει με το λάστιχο της βρύσης, πλένοντας την αυλή της, συνεχίζοντας στο πεζοδρόμιο και εν τέλη ολοκληρώνοντας τον οίστρο της στο δρόμο.  Έκανα τα απαραίτητα τηλέφωνα για να στηθεί η συνάντηση, έφαγα, και έκανα καφέ. Από τότε που έσπασε η κανάτα στη μηχανή του γαλλικού κάνω μόνο μία κούπα βάζοντας τη μηχανή με πατέντα να χύνει μέσα στην κούπα. Μπήκα ίντερνετ, από το netbook που μου πήρε ο κουμπάρος μου στο γάμο του, χάζεψα και ετοιμάστηκα για να φύγω. 
    Κατέβηκα στο πάρκινγκ κλωτσώντας στα σκαλοπάτια την τσάντα μου, σέρνοντας το δερμάτινο, κουβαλώντας το κράνος και ξύνοντας τα αρχίδια μου. Ξεσκέπασα τη Harley, χάζεψα την βρώμα της μετά από πέντε συνεχείς βροχές που έφαγα μές στη βδομάδα, οι οποίες με μούλιασαν ως το κόκαλο, και έφτυσα με θόρυβο τα κουκούτσια από το μανταρίνι που πιπίλιζα.
      Έκανα την καθημερινή μου γυμναστική σπρώχνοντας τη μηχανή μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να μη κάνω φασαρία (πως γίνεται όλες οι ενενηντάχρονες να μην ακούνε γρι, και η δικιά μου η αθάνατη που μένει απέναντι να ακούει και την κλανιά μου δε καταλαβαίνω), την καβάλησα και άρχισα να ετοιμάζομαι. Γυρίζω κλειδί, τραβάω τσοκ, μιζιά......ποτατο-ποτατο-ποτατο.......Δέσιμο το μαλλί, μπαλακλάβα, κράνος γάντια, συμπλέκτης, κρρρρρρααααακ, πρώτη και.......... σβήσιμο.....γ@μω ^%^$%^ *&^^&%%$ (*&*^% **&&^%$@#$%&*.....ξανά μιζιά, ξανά ποτατο-ποτατό και πάμε.
     Πιάνω παραλιακή κοιτώντας τα σύννεφα γύρω από την Αθήνα. Λέω δε πάτε στο διάολο ρε κ@ριόλια, σκεφτόμενος πόσοι άλλοι έκαναν ακριβώς την ίδια ιεροτελεστία και καβαλάγαν κάπου γύρω μου, δίπλα μου, μπροστά μου. Ανέβασμα Συγγρού λίγο πριν το ciao μια παρέα streetάδες με φουλ εξοπλισμό (σα ρομπότ είναι αυτοί με αυτά που φοράν) σταματημένοι δεξιά, ζεστέναν τις γιαπωνέζες με πρόσωπα γεμάτα χαμόγελα, με υπολογισμούς για το ακριβές σημείο στο άνοιγμα του γκαζιού σε εκείνη τη δύσκολή δεξιά φουρκέτα. Μπροστά από το καλλιμάρμαρο τρεις τέσσερις onoffαδες με τα έτεραν τους ήμισυ σκαρφαλωμένα πίσω τους, κατεβαίναν την Καλλιρρόης για κλασική καφεδιά στα παράλια εκτός Αθήνας.  Λίγο πιο πάνω αδερφός - harleas σταματημένος στο φανάρι με τα χέρια σαν εσταυρωμένος (εδώ πραγματοποιήθηκε δέουσα χαιρετούρα και υποβολή σεβών στον παλιό) και πιο πάνω σχεδόν απέναντι από το Μέγαρο Μουσικής μια παρέα εντουράδες επάνω στο πεζοδρόμιο βάζαν γάντια, γυαλιά, σίδερα και δε ξέρω γω τι άλλο, βάζοντας στοιχήματα για το τι θα φέρουν πίσω και τι θα μείνει στο βουνό!!!Ωραίοι τύποι σκέφτηκα, εξάλλου πάντα γούσταρα να έχω ένα και να μπαίνω χώμα. Άγιε-Καρμπυρατέριε και προστάτη των τσοπερικών, σχώρνα με για τις αδυναμίες μου.
    Φτάνω στο σπίτι του φίλου μου. Τον βλέπω να κοιτάει προβληματισμένος τη μουντάδα του ουρανού, ενώ στέκεται χωρίς μπλούζα μπροστά από το τεράστιο παράθυρο του ισογείου διαμερίσματός του σα τις πουτάνες στις βιτρίνες του Άμστερνταμ.....Το προσπερνάω και του φωνάζω:
- Άντε ρε τι κάνεις; Δε θα πάμε;
- Τα είδες τα σύννεφα;;;
- Όχι είμαι τυφλός!
- Μαλάκας είσαι αλλά σε έχω φίλο.
   Βγήκε και αυτός περίπου με τον ίδιο τρόπο που κατέβηκα και εγώ στο πάρκινγκ αλλά χωρίς μανταρίνι. Τι σκατά βόλτα θα ήταν αυτή με δύο τύπους που βαριούνται, δυο μηχανές που κάνουν φασαρία όσο ένα λατομείο και πεντακόσια καρδάρια βροχή έτοιμα να πέσουν πάνω στα τομάρια μας ποτέ δε το σκέφτηκα. Καβαλάει και ξεκινάμε τη βόλτα μας προς Σούνιο. Στο δρόμο προς τη Βουλιαγμένης ο Τάσος πήγαινε μπροστά όπως συνήθως σα παλιότερος ενώ εγώ από πίσω τον χάζευα, αγνοώντας ότι παώ σα βλαμμένος, μία δεξιά μία αριστερά. Το μόνο πράγμα που με απασχολούσε και στροβιλίζονταν μέσα στο κεφάλι μου εκείνη τη στιγμή ήταν ένα..... : Γιατί στον πούτσο δε δώσαμε ραντεβού κάπου στη Βουλιαγμένης και ανέβηκα μέχρι Ζωγράφου;;;;;;;;;;;;;
   Λίγο πιο κάτω μπήκαμε σε βενζινάδικο. Είχα γεμίσει προχτές αλλά λέω ας βάλω. Έρχεται ο υπάλληλος-Πακιστανός και μου λέει:
-Πόσο θέλει;
Ψάχνω όλες τις τσέπες, ανοίγω τους τραπεζικούς λογαριασμούς, κόβω επιταγές και συμπληρώνω σε φραγκοδίφραγκα οχτώ ευρώ. Βάζει την μάνικα στο ντεπόζικο και γεμίζει. Όλως τυχαίως πήρε μέσα οχτώ ευρώ ακριβώς!!!!
- Εσύ κζέρει πόσο παίρνει μέσα ακριβώς!!!!!!!!!
Κοίτα να δεις πως γίνομαι θεός ξάφνου, σκέφτομαι!!!!!!!!!!!!!!! Τον χαιρέτησα και φύγαμε.
    Κάπως έτσι ήσυχα (τρόπος του λέγειν αφού όταν κατέβεις από τη μηχανή μου νομίζεις ότι μόλις βγήκες από τα μπουζούκια) συνεχίσαμε το δρόμο μας μέχρι τη Βουλιαγμένη όταν σε φανάρι κάπου στο Καβούρι ο Τάσος με ρώτησε:
-Πεινάς;
-Όχι έφαγα δύο τοστ, με παριζάκι και λαβας κιρί, τρία μπισκότα, ένα...όχι δύο μανταρίν...
-ΣΚΑΣΕ!!!!!!
-Έσκασα!
-Να σταματήσουμε να φάω μια μπουγάτσα.
-Άντε ρε καημένε που θες και μπουγάτσα, που νομίζεις ότι (ΝΤΙΙΙΙΙΤ ΝΤΙΙΙΙΤ ΝΤΙΙΙΙΤ ) τι κορνάρει ο μαλ.....Πράσινο φύγαμε.......
    Μετά από λίγα λεπτά κάναμε αυτό που ξέραμε καλύτερα να κάνουμε στη ζωή μας....Κοιτάζαμε τις μηχανές μας μιλώντας για τόσα αξεσουάρ και μετατροπές που ποτέ δε θα κάναμε περιμένοντας τη μπουγάτσα. Η μπουγάτσα ήρθε και ήταν όπως πρέπει να είναι μια μπουγάτσα...ΣΑ ΣΚΑΤΑ!!!!!
-Δέκα χρόνια σχεδόν στην Αθήνα, ακόμα να το χωνέψω αυτό το πράμα. Τι την ανοίγεις τη μπουγάτσα κυρά μου και βάζεις την άχνη με το κουτάλι; Δεν είναι καφές! Χτύπα τη και στη φραπεδιέρα αν είναι! Τι δεν καταΛΛΛΛαβαίνεις; Τι-δεν-καταΛΛΛαβαίνεις;;;
-Θα τη φάς;;;;
-Ναι.
-Άντε.
    Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να γαμηθεί και ο ΔΙΑΣ. Όχι αυτός της Αστυνομίας. Ο άλλος. Ποιος πετάει ρε νερό με το λάστιχοοοοοοο;;;;;;
  Μασουλώντας με βουλιμία τη μπουγάτσα του:
- Στο΄πα ότι θα βρέξει.
-Πότε;
-Όταν ήρθες σπίτι! Σου είπα για τα σύννεφα..
-Εκεί που στεκόσουν σα πουτάνα σε βιτρίνα του Άμστερνταμ;;;
-;;;;;;;;;;
-Τίποτα άστο.
    Η βροχή σταμάτησε μετά από λίγο οπότε μπορούσαμε τώρα να μουσκέψουμε τους κώλους μας πάνω στις σέλες μας. Μέσα σε λίγα λεπτά βρισκόμασταν ήδη στα λιμανάκια. Είδα και ένα ουράνιο τόξο να ξεκινάει από το βουνό και να τελειώνει στη θάλασσα.... Πόσο μεγάλο που ήταν.......Αυτός ο δρόμος είναι ένας από τις καλύτερες διαδρομές που μπορείς να ακολουθήσεις μια τέτοια μέρα που βαριέσαι, είσαι μούσκεμα  και η μπουγάτσα σου δεν είναι καλή. Αν εξαιρέσουμε κάτι βλαμένους που πάνε στις στροφές σα να μην υπάρχει αύριο (Οι Μάγιας είπαν στις 21 ρε ηλίθιε όχι στις 3) τότε καλά είναι. Η διαδρομή πραγματικά είναι πανέμορφη. Διασχίζεις οικισμούς, βράχια, τις τρύπες του Καραμανλή, ερημιές βουνά και εν τέλη φτάνεις στο Σούνιο. Έχει πολλά όμορφα φυσικά κλειστά λιμανάκια με βράχια που λες ότι εδώ θα έρχομαι για μπάνιο το καλοκαίρι, δε θα το ξέρει κανείς και τελικά δεν έρχεσαι ποτέ, ή έρχεσαι και είναι άλλοι τριακόσιοι ( άντρες με τα κοντάρια ανά χείρας). Κάπως έτσι και περνώντας μέσα από βίλες νόμιμες και αυθαίρετες,  φτάσαμε στον αρχαιολογικό χώρο. Εκεί ήταν μερικοί ακόμη μηχανόβιοι, μουσκεμένοι (προφανώς τους πέτυχε η μπόρα στο δρόμο) οι οποίοι.... οι οποίοι τέλος πάντως ήταν εκεί. Και προσπαθούσαν να στεγνώσουν.
    Παρκάραμε  ενώ πίσω μας σταμάτησαν τρία πούλμαν αποβιβάζοντας τουρίστες. 
-Μέτρα εσύ τα πέδιλα να μετράω εγώ τις κάλτσες.
-Ποιες κάλτσες;
-Άστο....
    Αφού και οι δύο μας έχουμε επισκεφτεί τον αρχαιολογικό χώρο το πρόγραμμα έλεγε μόνο καφέ. Στο σημείο, για όσους δεν έχουν πάει, υπάρχει μαγαζάκι με αναμνηστικά και ένα καφέ-εστιατόριο με απίστευτη θέα, γκαρσόνια που βγήκαν από παλιά ελληνική ταινία και τραπεζοκαθίσματα που σίγουρα είναι δωρεά του Δήμου. Δύο καπουτσίνοι αχνίζαν στο τραπέζι μετά από λίγο (είχες και στο χωριό σου; Ξέρεις ρε τι ξύλο έχω φάει εγώ από τη μάνα μου για να μάθω να πίνω καπουτσίνο;;;;).
-Μας φέρνετε λίγο κανέλα;
-Δε σου ΄φτασε τόση κανέλα στη μπουγάτσα;
-Έλα ντε!!!
    Έστριψα και εγώ ένα τσιγάρο. Το άναψα με το γνωστό τρόπο μου προσπαθώντας να βγάλω μια εικόνα ενός άντρα που καπνίζει χρόνια..... Το αποτέλεσμα μας ψυχαγωγεί όλους, χρόνια τώρα! Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε. Ο Τάσος είναι άτομο καλλιεργημένο και με επίπεδο που μπορεί να με νιώσει, να με καταλάβει και να ανταποκριθεί με άνεση στις υψηλές απαιτήσεις μου ως συνομιλητή.  Η συζήτηση περιελάμβανε τα πάντα. Τις μηχανές μας, το σεξ (ετεροφυλοφιλικό κ ομοφυλοφιλικό), τις μηχανές μας, την περιποίηση της γενειάδας μου,  τις μηχανές μας, τον απίστευτο κώλο της τύπισσας που βγάζει ηλίθιες φωτογραφίες μία ώρα τη θάλασσα μπροστά μας (βγάλε κορίτσι μου, βγάλε), τις ζωές μας, τη χώρα μας, το πως μας κάναν ή το πως γίναμε έτσι..... Θυμάμαι παλαιότερα σε τέτοιες συζητήσεις που γκρινιάζαμε για όλα τα στραβά και νομίζαμε ότι απλά αυτά τα στραβά υπάρχουν.....που να ξέραμε ότι όλα ήταν μπροστά μας και μας περίμεναν....
    Όπως και να΄χει ο καφές καταναλώθηκε και ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε. Ευχαριστήσαμε τον Κύριο για τον καφέ ημών τον επιούσιο και καβαλήσαμε της μηχανές.Η επιστροφή έγινε από την αντίθετη κατεύθυνση. Προς Λαύριο και τα λοιπά. Λίγο πιο βαρετή διαδρομή καθώς περιλαμβάνει και κομμάτι κλειστού δρόμου, αλλά το θέμα είναι ότι πας βόλτα πάνω στην καψούρα σου οπότε όλα συγχωρούνται.      
    Στο Κατέβασμα της Μεσογείων λίγο πριν τη γέφυρα της Κατεχάκη πλησιάζω εν κίνηση  τον συνοδοιπόρο μου από δίπλα για να χαιρετηθούμε καθώς εκεί χωρίζαμε:
-Θα πας πάνω από τη γέφυρα ρε;;;;;
-Ναι, ναι.
- Οκ θα τα πούμε, γεια!
-Γεια. 
   Κορναρίσματα εκατέρωθεν, χαιρετούρες, μαρσαρίσματα και χωρίζουμε.......Μετά από είκοσι μέτρα και πριν προλάβουμε να αλλάξουμε κατευθύνσεις μας πιάνει και τους δύο φανάρι........δίπλα-δίπλα.......δε μιλάει κανείς.....τι να πούμε αφού χαιρετηθήκαμε........ και το γαμημένο το φανάρι μας κρατάει εδώ ....σα βλαμμένα...... πράσινο.....φτου ξελευθερία. Αυτή τη φορά απλά κουνήσαμε τα κεφάλια μας.
      Εκεί κοντά στον πύργο Αθηνών, ενώ η κίνηση ήταν αρκετή και από αμάξια και από δίκυκλα, βλέπω να ξεπετάγονται κάτι καλικαντζούρια από το πουθενά κι να κάνουν σφήνες, σούζες, κολιές, παντιές, κωλοτούμπες και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Τι γίνεται λέω ήρθαν οι καλικάντζαροι πριν τα Χριστούγεννα;;;; Φτάνουμε στο φανάρι της Μαβίλη, σταματάμε τους κοιτάω( ενώ δε κρατιόταν με τίποτα στο φανάρι) και βλέπω δύο τύπους πάνω σε δύο ψηλόφτερα, τίγκα στη λασπούρα σε σημείο που ξεχώριζαν μόνο τα ασπράδια από τα μάτια. Ωραία λέω τα παιδιά περάσαν καλά. Πριν ανάψει πράσινο αρχίζουν πάλι τα παλαβά λες και τους τσίμπησε κάτι...ξανά κολιές, ξανα σούζες, να σου και τα κόκκινα, ξανά σφήνες, επόμενο φανάρι στο πάρκο Ελευθερίας....ε ούτε αυτό το άντεξαν, το έφαγαν. Τεντυμπόιδες σκέφτομαι.
    Μετά από μερικά λεπτά έφτασα στη γειτονιά μου, μπήκα στο στενό μου και έσβησα τη μηχανή αφήνοντάς την να τσουλήσει μέχρι το σπίτι....μη κάνω και φασαρία. Το γαμήδι το σκυλί που ακόμη ξελαριγκιάζεται δε κάνει φασαρία ε; Εγώ κάνω. Κατεβαίνω τη σπρώχνω μέσα, στρώνω από κάτω της μια παλιά μπλούζα να κρατήσει την απαραίτητη σταγόνα λάδι που θα στάξει, της βάζω λουκέτα και τη σκεπάζω. Ανεβαίνω τα σκαλιά σέρνοντας το δερμάτινο, κουβαλώντας το κράνος μου και ξύνοντας τ΄αρχίδια μου. Μπαίνω στο σπίτι και αφού η αδερφή μου λείπει δικαιούμαι να αφήσω τα παπούτσια μές στη μέση, την τσάντα πάνω στο τραπέζι, το μπουφάν πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και το παντελόνι πάνω στην τηλεόραση. Τρώω ένα μανταρίνι.....
   Ετοιμάζω να φάω. Μακαρόνια. Ε, κλασική αξία. Λες και ξέρω να κάνω τίποτα άλλο;
   Βάζω ένα ποτό και αράζω..... Τι έκανα σήμερα; Τίποτα επί τις ουσίας. ΜΙα βόλτα με το φίλο, πάνω στη μηχανή και ένας καφές. Η τηλεόραση, τα site, οι εφημερίδες, όλα με βομβαρδίζουν με ασχήμειες. Αυτό που έκανες σήμερα είναι τρέλα. Εδώ χανόμαστε ρε και εσύ κάνεις βόλτες;;;;;;;;;; Και όμως. Αυτή η βόλτα, αυτός ο φίλος, αυτός ο καφές δε πρέπει να χαθούν. Οι ζωές μας δε γίνεται να τελειώσουν. Αυτές είναι οι μικρές χαρές της ζωής οι οποίες σε κρατάν ζωντανό. Με τον ένα ή άλλο τρόπο, αργά ή γρήγορα θα το ξεπεράσουμε γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε. Ένας μικρός λαός και όμως τόσο δυνατός και μεγάλος. Ας κοιτάξουν οι βόρειοι την πάρτη τους και τις πλούσιες χώρες τους και ας μας κάνουν τη χάρη. Εμείς θα έχουμε πάντα το φίλο μας, την οικογένειά μας και τον καφέ μας τη στιγμή που αυτοί καταπίνουν τα χάπια με τις χούφτες. Το ουράνιο τόξο θα ξεκινάει από μέσα μας..............

1 σχόλιο:

  1. Καλἠ & σωστή πένα, ωραίες εικόνες, όμορφα συναισθήματα.
    Νά'σαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή